Άγγελος Τερζάκης «Το Κατινάκι» [απόσπασμα] | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Άγγελος Τερζάκης «Το Κατινάκι» [απόσπασμα]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Lee Zanghetti

Άγγελος Τερζάκης «Το Κατινάκι» [απόσπασμα]

Το βασίλειό της, φυσικά, ήταν η σκάλα της υπηρεσίας. Ένα κλουβί ψηλό-ψηλό, τετράγωνο, αρματωμένο γύρω-γύρω με σίδερα. Όταν σήκωνες ανάσκελα το κεφάλι, μα τόσο πολύ που να σου πονέσει ο σβέρκος, έβλεπες, εκεί, ψηλά, πολύ ψηλά, ένα κομμάτι γαλάζιον ουρανό, κομμένο στις τέσσερες πλευρές σα με το μαχαίρι. Γυάλιζε η τετράγωνη πλάκα τ’ ουρανού ολοκάθαρη, σμαλτωμένη, – ψυχή μου! – λες και την είχανε σφουγγαρίσει με μανία αποβραδίς οι άγγελοι. Αχ, τι ωραία που ήταν! Όμως κι όταν η πλάκα θάμπωνε από συννεφιά, κι όταν μελάνιαζε κακιωμένη από το μπουρίνι, κι όταν η βροντή κυλιότανε μουγκά, φοβερίζοντας – μάννα μου! – πάλι το Κατινάκι τραγουδούσε.
– Μπιτ ξεμυαλισμένο είναι, π’ ανάθεμά το, αυτό το δουλάκι του δεύτερου!
Ήτανε ξεμυαλισμένο, ούτε λόγος. Χαιρότανε και τη λιακάδα και τη μπόρα. Μέσα στα νερά της βροχής, που κρουνελιάζανε σαν καταρράχτες από τα λούκια και τα σιδερένια πλατύσκαλα, εκείνο πλατσούριζε ξεμυαλισμένο, μπήγοντας ψιλές-ψιλές φωνούλες σα γαρδέλι που το μπουχίσανε και ξαφνιάστηκε. Και πάλι το τραγούδι, τ’ άσωστο τραγούδι.
Αθήνα και πάλι Αθήνα
Αθήνα μ’ αρέσεις πολύ! …
Της άρεσε η Αθήνα, αυτό ν’ ακούγεται. Ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά το μπακάλη, το μανάβη, το φούρναρη. Ήξερε και τα τρία παιδιά της κυρίας Παρασκευής του μοίραρχου, αντίκρυ.
Ήξερε και τον συνοικιακό κινηματογράφο, τρία τετράγωνα πιο πέρα. Εκεί έτρεχε, με την ψυχή στο στόμα, κάθε δεκαπέντε, που είχε την έξοδο. Αχ, και πού να ήταν από πουθενά η μάνα της να τη βλέπει πόσο μορφωμένη είχε γίνει τώρα, εδώ στην Αθήνα!
Στην είσοδο, όταν συναντιότανε με τον καθηγητή της Γαλλικής που καθότανε στο ισόγειο, θα ’βρισκε πάντα την ευκαιρία να του πει «μερσί». – Πες-πες, συλλογιζόταν, να ιδείς που μια μέρα θα τα καταφέρνω και στα Γαλλικά. Αμ τι νόμισες!
– Κατίνα! Βρε θεοσκοτωμένη, που είσαι;
Πάει, ξεχάστηκε! Η κυρά της, με τα μούτρα γυαλιστερά σαν αυγό λαδωμένο, πασαλειμμένη κρέμες, έφερνε βόλτα τις κάμαρες να τη βρει.
– Άνοιξε, μωρέ, η γη και σε κατάπιε;
– Έφτασα, έφτασα! έμπηξε μια τσιριχτή φωνούλα, για να κερδίσει καιρό, και φρρτς! έχωνε βιαστικά στο μπαουλάκι το κομμάτι από τον καθρέφτη και το χτένι. Αχ, κρίμα, κι ό,τι πήγαινε να το πετύχει αυτό το καινούργιο χτένισμα!
– Έφτασα!
Τσακίζεται να κατέβει, όμως είναι, βλέπεις, κι αυτή η ψηλοκρεμαστή σκαλίτσα, που τρέμει ολάκαιρη σαν πατάς, και πιάνεται η πνοή σου.
Κούρνιαζε σ’ ένα είδος πατάρι, πάνω από την κουζίνα, αντάμα με μια παλιά κασέλα όπου χώνανε τ’ άπλυτα. Δεν της ερχόταν άσχημα. Φλωριά να της δώσεις ν’ αλλάξει κάμαρα, δε θα θελήσει. Την έχει τόσο αγαπήσει αυτήν εδώ! Ίσα-ίσα στα μέτρα της, κι ας μη μπορείς να σταθείς παρά μονάχα καθισμένος. Όμως τι έχει να κάνει; Εδώ, νιώθει τον εαυτό της μόνον, ήσυχο, ασφαλισμένο. Έχει το μπαουλάκι της, το κομμάτι του καθρέφτη, το χτένι, τρία-τέσσερα γράμματα, κάμποσα εικονογραφημένα περιοδικά και
– Θε μου, ναι! – κι ένα μπουκαλάκι κολώνια. Μάλιστα! Κολώνια αληθινή. Όταν τη βλέπει να παραλιγοστεύει, της βάζει μέσα νερό.
Όχι, όχι, καθόλου δεν είναι δυσαρεστημένο το Κατινάκι. Η κυρά της έχει τις ώρες της, όπως όλες οι κυράδες, όμως είναι καλή. Συχνά τυχαίνει, την ώρα που κάθεται στην τουαλέτα της και μακιγιάρεται, να έρθει πίσω της να σταθεί και το Κατινάκι, τεντώνοντας τα μάτια από θαυμασμό. Ζητάει εξηγήσεις, λεπτομέρειες. Της δίνουν.
Ύστερα ξεθαρρεύεται:
– Κυρία, σήμερα, που πήγαινα στο μπακάλη, ένας, μου είπε στο δρόμο: «Κουκλίτσα μου, τι ωραίο σωματάκι που έχεις!» Αλήθεια, κυρία έχω ωραίο σωματάκι;
– Ωραίο έχεις, Κατινίτσα, ωραίο.
Η κυρά της ξεκαρδίζεται στα γέλια χωρίς αυτό να το πάρει η Κατινίτσα από κακό. Ρίχνει μια ματιά μονάχα στον ψηλό καθρέφτη και κορδώνεται. Άλλοτε πάλι:
– Κυρία, μου είπανε πως έχω ωραία μαλλιά. Αλήθεια;
–Αλήθεια, ου! Θαύμα!
Και δώστου γέλια. Και το Κατινάκι είναι ευτυχισμένο. […]

(περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα)

κρουνελιάζω: < κρουνός, τρέχω σαν από μεγάλη βρύση, άφθονα.
γαρδέλι: το πουλί, καρδερίνα
μπουχίζω: καταβρέχω με νερό

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α.1. Να χαρακτηρίσετε το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στην παραπάνω σκηνή και να περιγράψετε τον χώρο μέσα στον οποίο ζει και εργάζεται τεκμηριώνοντας τις απαντήσεις σας με στοιχεία του κειμένου.

Το Κατινάκι, η πρωταγωνίστρια του κειμένου, είναι μια κοπέλα νεαρής ηλικίας που βρίσκει χαρά σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας και απολαμβάνει πλήρως κάθε πτυχή της ζωής της, έστω κι αν είναι αναγκασμένη να εργάζεται ως υπηρέτρια και να ζει σ’ ένα μικροσκοπικό πατάρι. Αντιμετωπίζει με θετική διάθεση ό,τι κι αν της συμβαίνει και εκφράζει βαθιά εκτίμηση για οτιδήποτε της προσφέρει η ζωή, όσο μικρό ή ασήμαντο κι αν είναι αυτό. Έχει, ωστόσο, μια τόσο θετική στάση απέναντι στα πράγματα, που, εύλογα, δημιουργεί στους γύρω της την αίσθηση πως η κοπέλα αυτή δεν είναι πλήρως ισορροπημένη: «– Μπιτ ξεμυαλισμένο είναι, π’ ανάθεμά το, αυτό το δουλάκι του δεύτερου!». Αίσθηση που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, καθώς, όπως προκύπτει από τις αντιδράσεις της απέναντι σε διάφορες καταστάσεις, είναι εμφανές πως η ηρωίδα είναι αφελής, εύπιστη και υπερβολικά αγαθή.
«Το βασίλειό της, φυσικά, ήταν η σκάλα της υπηρεσίας. Ένα κλουβί ψηλό-ψηλό, τετράγωνο, αρματωμένο γύρω-γύρω με σίδερα.» Ο κυρίως χώρος στον οποίο κινείται το Κατινάκι είναι η σκάλα της υπηρεσίας, απ’ όπου έχει πρόσβαση στο σπίτι όπου εργάζεται, αλλά και στην έξοδο της πολυκατοικίας, προκειμένου να εκπληρώνει τα καθημερινά της καθήκοντα. Ένας μεταλλικός χώρος που επιτρέπει στην ηρωίδα, αν σηκώνει ψηλά το κεφάλι της, «μα τόσο πολύ που να σου πονέσει ο σβέρκος», να αντικρίζει ένα κομμάτι του ουρανού, στον οποίο η κοπέλα αναγνωρίζει εκπληκτική ομορφιά είτε η μέρα είναι καθαρή κι ο ουρανός είναι γαλάζιος, είτε η μέρα είναι βροχερή κι ο ουρανός είναι «μελανιασμένος». Το Κατινάκι, χάρη στην αγαθότητα και την απλότητα του χαρακτήρα της, χαίρεται εξίσου «και τη λιακάδα και τη μπόρα». Χαρακτηριστικό ως προς αυτό, το γεγονός ότι ακόμη κι όταν βρέχει, τη βλέπει κανείς να πλατσουρίζει μέσα στα νερά και να ξεφωνίζει από τον ενθουσιασμό της.
Η ηρωίδα λατρεύει την Αθήνα, στην οποία έχει πιθανώς έρθει από κάποιο χωριό για να εργαστεί, έστω κι αν στην πραγματικότητα κινείται στο περιορισμένο πλαίσιο λίγων μόλις δρόμων: «Ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά το μπακάλη, το μανάβη, το φούρναρη», κι η μόνη της ψυχαγωγική δραστηριότητα είναι η μία της έξοδο στον συνοικιακό κινηματογράφο κάθε δεκαπέντε μέρες. Το Κατινάκι δεν αισθάνεται εγκλωβισμένο στο μικρό αυτό περιβάλλον, ούτε καταπιέζεται από το γεγονός ότι ως εσώκλειστη υπηρέτρια δικαιούται να βγαίνει από το σπίτι για να διασκεδάσει μόνο μια φορά κάθε δύο εβδομάδες. Αντλεί χαρά και ενθουσιάζεται ακόμη και με τα πιο απλά συμβάντα της καθημερινότητάς της, όπως, για παράδειγμα, με το γεγονός ότι όταν συναντά τον καθηγητή της Γαλλικής που διαμένει στο ισόγειο της πολυκατοικίας, έχει την ευκαιρία να του πει «μερσί», μιας και της δημιουργείται η εντύπωση πως έστω κι από αυτή τη σύντομη αλληλεπίδραση, θα καταφέρει κάποτε να «μάθει» και λίγα γαλλικά!
Η ολιγάρκεια της ηρωίδας είναι εντυπωσιακή, καθώς είναι ευτυχισμένη και νιώθει πλήρης ακόμη και με τα ελάχιστα που της έχει παραχωρήσει η γυναίκα για την οποία εργάζεται. Ένα πολύ μικρό πατάρι, στο οποίο, μάλιστα, έχουν και την κασέλα που έβαζαν τα άπλυτα ρούχα, είναι ο χώρος όπου κοιμάται η νεαρή κοπέλα, χωρίς να την ενοχλεί διόλου η στενότητά του: «κι ας μη μπορείς να σταθείς παρά μονάχα καθισμένος». Η κοπέλα νιώθει πως αυτός ο μικρός χώρος είναι δικός της και πως μπορεί εκεί να αισθάνεται ήσυχη και ασφαλής, κι αυτό της αρκεί. Ολιγαρκής είναι, άλλωστε, και σε ό,τι αφορά τα αντικείμενα που της ανήκουν∙ «Έχει το μπαουλάκι της, το κομμάτι του καθρέφτη, το χτένι, τρία-τέσσερα γράμματα, κάμποσα εικονογραφημένα περιοδικά και – Θε μου, ναι! – κι ένα μπουκαλάκι κολώνια». Με την ασήμαντη αυτή περιουσία, της οποίας το πιο πολύτιμο κομμάτι είναι το μπουκαλάκι με την κολόνια, η ηρωίδα είναι απολύτως ικανοποιημένη, φανερώνοντας έτσι την απλότητα που τη διακρίνει.
Η προθυμία της πρωταγωνίστριας να αισθάνεται ευγνωμοσύνη και να νιώθει χαρά για τα ελάχιστα υπάρχοντά της, είναι ανάλογη και με την τάση της να δέχεται και την παραμικρή καλή κουβέντα που της απευθύνουν ως σημαντικό δώρο, χωρίς να αντιλαμβάνεται τη δολιότητα που έχουν οι προθέσεις των άλλων ανθρώπων: «– Κυρία, σήμερα, που πήγαινα στο μπακάλη, ένας, μου είπε στο δρόμο: «Κουκλίτσα μου, τι ωραίο σωματάκι που έχεις!» Αλήθεια, κυρία έχω ωραίο σωματάκι;». Με αφοπλιστική αγαθότητα, το Κατινάκι δεν αντιλαμβάνεται μήτε την πρόθεση εκείνου που τη φλερτάρει, μα μήτε την ειρωνική υποδοχή που έχουν τέτοιου είδους μαρτυρίες από την «κυρά της», η οποία γελά εις βάρος της αθώας κοπέλας.
Είναι, εντούτοις, αυτή η αγαθότητα κι αυτή η αδυναμία να κατανοήσει τη δολιότητα των άλλων ανθρώπων που της επιτρέπουν να βρίσκει χαρά στην τόσο φτωχική και περιορισμένη ζωή της, χωρίς να θλίβεται και να καταπιέζεται από τη δυσκολία των συνθηκών που καλείται να αντιμετωπίσει στην καθημερινότητά της.

β.1. Σε πολλά έργα του Τερζάκη περιγράφεται με λεπτομέρειες η ζωή των κατοίκων της πόλης. Να τεκμηριώσετε την άποψη αυτή αναφέροντας τρία (3) στοιχεία του κειμένου που σχετίζονται με τη ζωή στην πόλη.

«– Μπιτ ξεμυαλισμένο είναι, π’ ανάθεμά το, αυτό το δουλάκι του δεύτερου!»
Το σχόλιο αυτό που ανήκει σε κάποιον από τους ενοίκους της πολυκατοικίας στην οποία εργάζεται το Κατινάκι, είναι δηλωτικό της εξαναγκαστικής επαφής των ανθρώπων στα αστικά κέντρα που συνοικούν στα ίδια πολυώροφα κτήρια, αφού είτε επιθυμούν να έχουν μεταξύ τους σχέσεις είτε όχι, αναγκάζονται να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον λόγω του περιορισμένου χώρου στον οποίο κινούνται. Σε αντίθεση με την ιδιωτικότητα που μπορεί να προσφέρει μια μονοκατοικία, οι άνθρωποι των πολυκατοικιών αναγκάζονται να υπομένουν -ακόμη κι αν δεν τις αποδέχονται- τις συνήθειες και τις συμπεριφορές των άλλων ενοίκων.

«Της άρεσε η Αθήνα, αυτό ν’ ακούγεται. Ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά το μπακάλη, το μανάβη, το φούρναρη. Ήξερε και τα τρία παιδιά της κυρίας Παρασκευής του μοίραρχου, αντίκρυ.
Ήξερε και τον συνοικιακό κινηματογράφο, τρία τετράγωνα πιο πέρα.»

Παρά το μέγεθος που έχει μια μεγάλη πόλη, όπως είναι η Αθήνα, οι άνθρωποι σαν την Κατίνα, που εργάζονται ως εσώκλειστοι υπηρέτες είναι αναγκασμένοι να κινούνται σ’ έναν περιορισμένο χώρο της πόλης. Μέσα στα όρια λίγων δρόμων βρίσκονται όλα τα αναγκαία μαγαζιά που σχετίζονται με τις υποχρεώσεις μιας υπηρέτριας και αυτά είναι που γνωρίζει και το Κατινάκι. Ενώ, η μόνη διασκέδαση που της επιτρέπεται είναι το να πηγαίνει στον συνοικιακό κινηματογράφο μια φορά κάθε δεκαπέντε μέρες που είχε την έξοδό της∙ σ’ έναν κινηματογράφο που βρίσκεται μόλις τρία τετράγωνα από το σπίτι στο οποίο εργάζεται και διαμένει.
Η ηρωίδα είναι, επομένως, περιορισμένη στα όρια της συνοικίας στην οποία διαμένει και παρά το γεγονός ότι έχει φύγει πια από το χωριό της και θα περίμενε κανείς πως θα της δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσει πολλές από τις περιοχές της πρωτεύουσας, εκείνη συνεχίζει να κινείται στον μικρόκοσμο μιας και μόνο περιοχής.

«– Κυρία, σήμερα, που πήγαινα στο μπακάλη, ένας, μου είπε στο δρόμο: «Κουκλίτσα μου, τι ωραίο σωματάκι που έχεις!»

Χαρακτηριστικό της ζωής στην πόλη είναι και η συνήθεια που έχουν οι άνδρες να πειράζουν τις γυναίκες που συναντούν στον δρόμο, προφυλαγμένοι από την ανωνυμία που παρέχει μια μεγαλούπολη. Έτσι, σε αντίθεση με τα χωριά, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, σε μια μεγάλη πόλη συναντάται πιο εύκολα το αίσθημα αυτής της ελευθερίας ή αποθράσυνσης, που καθιστά εφικτά τέτοιου είδους πειράγματα.

β.2. Να εντοπίσετε στο κείμενο δύο (2) υποκοριστικά που αποδίδονται στην ηρωίδα του αποσπάσματος και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους.

«Κατινάκι / Κατινίτσα», «δουλάκι»

Αν και το όνομα της ηρωίδας είναι Κατίνα, οι άνθρωποι γύρω της τη φωνάζουν συνήθως Κατινίτσα ή, όπως καταγράφεται και στον τίτλο του κειμένου, Κατινάκι. Επιλέγουν υποκοριστικά του ονόματός της αφενός διότι πρόκειται για μια κοπέλα νεαρής ηλικίας, οπότε το υποκοριστικό του ονόματός της ταιριάζει περισσότερο με την ηλικία της, κι αφετέρου διότι πρόκειται για μια υπηρέτρια, οπότε μέσω του υποκοριστικού αυτού υποδηλώνεται και η χαμηλή κοινωνική της θέση.
Σχετικό με την ταπεινή κοινωνική της θέση είναι και το υποκοριστικό «δουλάκι», που φανερώνει με μειωτικό τρόπο το γεγονός ότι η κοπέλα είναι μια απλή υπηρέτρια, χωρίς ουσιαστικές ευθύνες στη διαχείριση του σπιτιού, όπου εργάζεται. Ο χαμηλός της μισθός, καθώς και το γεγονός ότι διαμένει σ’ ένα μικροσκοπικό πατάρι πάνω από την κουζίνα, στο οποίο δεν μπορούσε καν να σταθεί όρθια, την εξισώνουν υπό μία έννοια με τους δούλους της παλιάς εποχής.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...